Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

ΣΤΟ ΜΠΑΡ ΤΕΣΛΑ ΑΝΗΜΕΡΑ

Μου είπαν
αυτός ο άντρας λάμπει
και τους απάντησα
βγάλτε τον από το ρεύμα.
Μου είπαν
αυτή η γυναίκα είναι τόσο λαμπερή
και τους απάντησα
αυτή είναι εκτός ρεύματος.
Μου είπαν
αυτό το παιδί θα έχει λαμπρό μέλλον
και τους απάντησα
οχι αν πάει με το ρεύμα.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

ΕΡΜΗΝΟΠΑΥΣΗ

Είπε: " Καλύτερα να πάει από κεραυνό "
και το εννοούσε.

Ο πιο κοντινός μου γείτονας
είναι μια εμφιαλωμένη αγάπη,
κάτω από τη σχάρα
περιμένουν το κρέας μας,
κάρβουνα εμφυλιακά.
Η Δυτική μου γλώσσα
ακουμπά αριστοκρατικά
το απονευρωμένο μου δόντι,
κανένας πόνος δεν με δυνάμωσε,
μηχανή χωρίς λάδι η μόνη μου προίκα,
πως να ζευγαρώσω;
Διδάσκω παθολογία.
Τα δυο τρίτα του ανθρώπινου οργανισμού
είναι νερό.
Πως γίνεται να νικά πάντα η φωτιά
μέσα μας;
Πλαστικές μύτες,
πλαστικές συναλλαγές,
λέξεις πλαστικές.
Η χημεία της φιλίας,
η χημεία του έρωτα,
η χημεία του εγκεφάλου,
η χημεία των καμαρινιών
τώρα στα φαστφουντάδικα.

Καλύτερα από κεραυνό!

Έχω ένα στρέμμα κληρονομιά
στην άγονη πλήξη,
διαπραγματεύομαι με τα μεσιτικά γραφεία
των μεταφυσικών ψυχολόγων
την αξία του.
Πίσω και από την προτελευταία κάσα
κάποιος θα μετρά λεφτά,
ένα άσπρο μπαλόνι
σαν σπερματοζωάριο
θα προσπαθεί να γονιμοποιήσει
την ουράνια σφαίρα.
- "Φέρτε τα σύννεφα..."
φωνάζει ο ρυθμιστής των πάντων.
"...καλύτερα να πάει από κεραυνό "
είπε και το εννοούσε.






Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

ΚΡΑΥΓΗ ΨΥΓΕΙΟΥ

Ξεπουπουλιασμένα Σαββατοκύριακα,
στεγνή γλώσσα,
μάτια κηπουρού έχουν οι εβδομάδες μου,
χειμωνιάτικο χέρι χαϊδεύει την ψυχή μου,
τυλίγω τα μεροκάματα με αδέσποτα όνειρα,
είμαι το γκάζι
ποιος θα μου βάλει φωτιά;
Τα φώτα της πόλης μόνο σκιές δημιουργούν,
τα κλαδιά των δέντρων μόλις πέφτουν 
ζωγραφίζουν στον αέρα προληπτικά τον θάνατο
κι ύστερα ωχροί και πεινασμένοι
ανακατεύουμε τη σούπα της σιωπής.
Μεγαλώνουμε σ' ένα δοχείο από μνήμες,
στυλίτες απρόσωποι,
κρεμασμένες πέτρες σε παράταξη
πρωινής αναφοράς,
γυαλισμένα ξυπνητήρια ,
κοινοτοπίες και  προσευχές προς πάσα κατεύθυνση,
ράθυμοι και απαίδευτοι
αναγνωρίσαμε τον φόνο 
μακριά από την πόρτα μας.
Περιστασιακοί  με αχτύπητα εισιτήρια,
παραπατήσαμε καθαρίζοντας τα παπούτσια μας
από τη λάσπη των αιώνων ,
τα σπλάχνα μας αριθμημένα αφήσαμε στην γραμματεία 
φοβούμενοι μήπως χτυπήσει το μέταλλο της καρδιάς μας
στους ανιχνευτές ,
προσπεράσαμε δίχτυα ασφαλείας
με τα σπασμένα κόκκαλα μας να γυρεύουν 
την πρώτη ισορροπία ,
επιθυμώντας να εξερευνήσουμε
τη μήτρα της πρώτης μάνας του κόσμου.
Δουλικοί και ενοχικοί,
ξυρίσαμε κόντρα την παιδική μας ηλικία,
σπασμένες μπουκάλες στις ακρογιαλιές τα καλοκαίρια μας 
ο ιδρώτας μύριζε απροθυμία και πρωινό πονοκέφαλο,
κι ούτε ένα θηλυκό χρυσόψαρο δεν ξελογιάσαμε.
Περάσαμε από τα νοσοκομεία 
πιο αθώοι και από τα γραφεία τελετών,
κουμαντάραμε την κυκλοφορία στα χειρουργεία 
στις αίθουσες αναμονής μοιράζαμε νούμερα προτεραιότητας
στους κουρασμένους συγγενείς ,
σφουγγαρίσαμε τα αίματα με πλαστικούς κουβάδες,
λιποθυμήσαμε όμως όταν είδαμε νεκρό 
στο παράθυρο πίσω από τις κουρτίνες τον ήλιο.
Αδειάσαμε τασάκια σε απρόσωπες καφετέριες
ακούρευτοι και μπατίρηδες 
σκουπίσαμε τουαλέτες και σαπισμένα τραπέζια,
χτυπώντας ρυθμικά τον δείκτη μας στα γόνατα
όταν θυμόμασταν μια μελωδία.
Ταξιδέψαμε με ταχύτητα 33 και 45 στροφών
αγγίζοντας τα όρια του στρογγυλού μας κόσμου,
σάουντρακ με στριγκλιές και βάσανα .
κλέψαμε τις καλημέρες της γειτονιάς
και ανάποδα από τα καθιερωμένα 
μετατρέψαμε τον καυγά σε Μυστήριο,
περπατήσαμε αδιάβροχοι πάνω  σε λίμνες από δάκρυα 
ΘΑΥΜΑ , ΘΑΥΜΑ ,
βαπτίσαμε τις πληγές εις τον Ιωάννη Αγγελάκα
τον θεραπευτή,
κι ύστερα προσφέραμε τα κεφάλια μας στη Σαλώμη των dj.
Αργοπορημένα μάθαμε πώς υπάρχει κι άλλος δρόμος,
πως δεν χρειάζεται τα ρούχα μας να ζέχνουν εντροπία,
τα σπίτια είναι όλα από μπετόν και σίδερα,
δεν διαφέρει η Σκωτία από την Σκοτεινή.
Σεντόνια μεθυσμένα μας ζεστάνανε,
οι καναπέδες  μας είναι αγεωγράφητοι πλανήτες,
τόσα κορμιά αγκαλιάσαμε εκεί
και τώρα ούτε τις παλάμες μας δεν μπορούμε να ορθογραφήσουμε. 
Κούρεψε εσύ την αυγή,
να ντύσω εγώ με λουλούδια και κοτσάνια
τα απορρίμματα των ημερολογίων,
πριν φαγωθούν οι μέρες μεταξύ τους
ζητώντας  encore με χειροκροτήματα
κι αναπτήρα
να σιγοτραγουδήσουν την νύχτα που έρπουσα
έρχεται.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Στα όνειρά μου γίνομαι φονιάς
κλέβω τρένα ,
τυπώνω κάλπικα χαρτονομίσματα,
δίνω όνομα στις Α.Ε,
μαθαίνω μπουζούκι από τον Βαμβακάρη,
με χαστουκίζει ο Ρένος Αποστολίδης,
ο Σιδηρόπουλος ζεί,
ο Αγγελάκας είναι με τον Καρρά
και ψάχνουν όνομα για συγκρότημα,
τα μάγουλα των παιδιών κοκκινίζουν από τα χάδια,
ο γιατρός είναι άγνωστη λέξη
η δημοκρατία είναι μια σκέψη ,
δεν υπάρχουν Νόμπελ και τιμητικές εκδηλώσεις,
όλα τα κόμικς δεν είναι Μίκυ Μάους,
οι ταράτσες δεν έχουν κεραίες τηλεόρασης.

-Πηγαίνω στο μέλλον αλλά τυφλώνομαι από μια άγνωστη αιτία,
κι όταν επιστρέφω λέω ασυναρτησίες του τύπου:
"Κανείς δεν ζεί αιώνια εκτός αν είναι πλούσιος.-"

Στα όνειρα μου ,
τα παραμύθια τα λένε τα εγγόνια στις γιαγιάδες,
ο εφοριακός ξέρει απ' έξω όλους τους στίχους του Άσιμου,
ο Μακρής κάνει πανελλήνιο ρεκόρ στο άλμα εις ύψος
και πίνει γάλα στην ταράτσα του,
η μπύρα έχει περισσότερη βιταμίνη C από το πορτοκάλι,
τα φωτομοντέλα διαβάζουν Αριστοτέλη,
ο Μπετόβεν ακούει  τις μελωδίες του κόρνου στην Ενάτη Συμφωνία,
η Αφρική βοηθά οικονομικά  την Αμερική ,
δεν υπάρχει  Στάλιν
δεν υπάρχει Χίτλερ,
δεν υπάρχει Βελουχιώτης,
δεν υπάρχει Μεταξάς και Παπαδόπουλος,
δεν υπάρχει ο Μάρκος ,
δεν υπάρχει Τσε Γκεβάρα,
δεν υπάρχει Μακαρθυ,
δεν υπάρχει Πινοτσέτ ούτε Αλλιέντε.
Στα ονειρά μου,
ο θάνατος είναι παιδική αρρώστια
εκτός κι αν είσαι οπαδός θρησκείας,
ομάδας,
πολιτεύματος,
κόμματος,
φυλής,
χρώματος,
ή συνδικαλιστής.
Στα όνειρά μου
γίνομαι φονιάς,
σκοτώνω την θλίψη και το πρέπει,
τον ψυχαναγκασμό και την εργασία,
τους δικηγόρους και τους δικαστές σκοτώνω,
 κι όταν ξυπνάω μια Αγκάθα Κρίστι
με λυτρώνει στην τελευταία σελίδα της
και με αθωώνει.



Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Π

Τι έχεις και δεν τραγουδάς
κι είναι ο βήχας σου βαρύς και ασταμάτητος;
Είναι ο καπνός που μ' ενοχλεί
και το κορίτσι που κρύβεται μέσα μου
εκδικείται μια παλιά αρρώστια,
τίμιο ξύλο καίει τα σωθικά μου,
και ξεσηκώνω φίλους και εχθρούς
όπως τότε,
όταν στην κολυμπήθρα ξεγέλασα  ιερείς ,
λαμπάδες κι αγιαστούρες,
τους θείους που δεν γνώρισα ποτέ ξεγέλασα
τον περαστικό που κερί άναβε
για την μάνα που δεν γνώρισε,
την εικόνα που θαύματα έκανε
και νόμιζε πώς άγια θα την πούν
πως χέρι Θεού ή μαστίγιο Παρθένας
κρατούσε στην γυάλινη και μολυσμένη από ικεσίες
βιτρίνα της
"δολλάρια από τα δόντια της Αμερικής θα κοιμηθουν
στο στέρνο μου" έλεγε στην άβυσσο ,
 και όταν φωνάξαν τ' όνομά μου
έβηξα τρείς φορές κανείς να μην τ' ακούσει,
σαν την πληγή στο γόνατο,
σαν σταφύλι απάτητο στον αμπελώνα
αρχές της αιωνιότητας -ζεστές μέρες-
έτρεχα στα πηγάδια του κήπου,
κλείδωνα τις κραυγές μου σ' ένα ζυμάρι κραυγές,
ύστερα παντρέυτηκα μυστικά τον αδερφό μου,
αγέννητος ακόμη
με καλούσε να παίξουμε κλέφτες κι αστυνόμους
τον γιατρό ή το χαλασμένο τηλέφωνο,
αθλοπαιδιές,
 για να πιστεύουν οι γείτονες
πως οι γονείς μου γυμνάζονται τα πρωινά
κι όταν ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού,
η ώρα που λέν πως το ψέμα αλλάζει μάσκα,
έγινα ανάγλυφο
έγινα αρνητικό φωτογραφίας,
ψάχνω το φώς αλήθεια!
κι ας μιλάω λίγο παραπάνω,
άναρχος έιναι ο λογισμός μου,
δεν έχω φίλους,
η μάνα μου Κατερίνα με φωνάζει,
μα δεν ακούω,
οι πίθηκοι Κατερίνα με φωνάζουν
πάλι δεν ακούω ,
είμαι κρουστό ακούρδιστο,
μετανάστης στην Γερμανια είμαι,
ο δικός μου πόνος φαλτσάρει ,
χαιδεύω γάτες θηλυκές ,
χάνω την ψυχή μου την Ανάσταση,
την βρίσκω στο φλας της μηχανής μου,
πεινάω τώρα αφήστε με,
θα πώ τα κάλαντα στο Σύμπαν,
και στον Πυθαγόρα κλωτσιά στ ' αρχίδια θα δώσω,
μετράω ρε μαλάκα πρόβατα στον ύπνο μου
και βγάινει 3,14.
Π είναι  τ' ονομά μου.
.
Αυτό που κανείς δεν άκουσε
αυτό που κανείς δεν μέτρησε
αυτό που κανείς δεν σκέφτηκε
την ώρα που ο βήχας μου
τετραγώνιζε την κολυμπήθρα.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΑΕΡΑ

Οι φίλοι,
στη πόλη με περίμεναν
μα εγώ βουνά σκαρφάλωνα.

Τα εισητήρια μου τρυπημένα
για τον εξώστη του ονείρου,
πέτρες ματωμένες τα καθίσματα,
γη ταλαιπωρημένη η σκοτεινή αίθουσα.

Στέγνωσε η ανάσα μου
κι έγινε βήχας η εκπνοή,
μα κρατώ ακόμη το στέρνο μου
υγρό για να κυλάω.

Δεν περιμένω τα πουλιά
για να πετάξω,
δεν περίμενα τον ύπνο
για να ονειρευτώ.

Καθαρίζω τα νεφρά μου
Τα σαββατόβραδα
Κι αναλογίζομαι
Τους πληγωμένους κάδους
Των νεκρών δρόμων.

-Όσα σκορπίζει το κεφάλι μου
τα συναντώ στα πόδια μου.-

Δεν περιμένω τα πουλιά
Για να πετάξω.