Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

ΜΕ ΑΛΛΑ ΜΑΤΙΑ


Όχι, δεν γύρευα να βρω μπελάδες, γύρευα απλώς να έρθει η ζωή, να καθίσει στην καρέκλα που κοιμάμαι να δει τα πράγματα όπως τα βλέπω εγώ, να δει παιδιά στην παραλία να γυρίζουν στην μάνα του μ’ ένα σπασμένο χαρταετό, να δει το χρώμα που έχουν τα φτερά των αγγέλων να δει πώς γίνεται η πέτρα φαγητό, να δει πού βρίσκεται η αγάπη μου μόνη να της πει πως είμαι μόνος κι εγώ, να κοιτάξει πέρα από τους βράχους τα σημάδια που έγραψε ο τραυματίας εραστής, να γυρίσει το μέτωπο στο μέλλον, να αποδώσει την πείνα στο παρελθόν, να μου δωρίσει μια ματιά σαν στιλέτο τις μέρες να κόβω σαν ψωμί ξερό, να δει πώς φλέγεται ο πόνος όταν η νύχτα δεν ξημερώνει ποτέ, να τρομάξει το χέρι που στρίβει το κέρμα που τζογάρει την καθημερινότητα, να δει πώς γεύεται ο κόσμος το νοίκι που δεν χρωστάει ποτέ, να δει την άνοιξη να ξεκληρίζει τις καρδιές που επιθυμούν την ανάσταση, κι όταν ακόμα κουραστεί και πνιγεί από ανάσα που δεν ξέρει τι σημαίνει πνοή, να συγχωρέσει όσους σκοράρουν σε άδεια δίχτυα και δεν έχουν δει τη ζωή τους στα μάτια ποτέ, όχι δεν γύρευα να βρω μπελάδες μα είναι μπελάς να γυρεύεις τη ζωή.     

(από την ποιητική συλλογή "ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ" Εκδόσεις Χαραμάδα 2011 


Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ ΤΕΧΝΩΝ

Από αριστερα : Ναφσικά, Άρης Ζαρακάς, Ανδρέας Τσιάκος

Από αριστερα :Άρης Ζαρακάς,Θάνος, Σπύρος Ηλιόπουλος, Ανδρέας Τσιάκος,Εύη Μαλλιαρού


Η ΜΟΝΑΞΙΑ
Την νιώθεις όταν γεννιέσαι να σου σκουπίζει το πρώτο σου κλάμα, στα πρώτα σου γενέθλια σβήνει το κεράκι της τούρτας -τα χνώτα της μυρίζουν πιοτό και πείνα– στον πρώτο σου εφιάλτη κάνει  άλματα στο κρεβάτι ανάμεσα στα σεντόνια σου, επιμένει να κράτα την πρώτη θέση ακόμα και στον πρώτο σου έρωτα αλλά και μετά, πολύ μετά από αυτόν, σε περιμένει στη γωνία όταν μεθάς και σου κρατά το ποτήρι, στα τραγούδια εμφανίζεται στις πρώτες μελωδίες και χορεύει μαζί σου ιδρωμένη και τυφλή η χαζή, πολιορκεί τα φεγγάρια, ταξιδεύει στον καπνό του τσιγάρου σου και ζωγραφίζει νότες στο σκοτάδι, μακιγιάρεται στα μάτια σου, ξαπλώνει στον καναπέ πριν έρθουν οι φίλοι σου να σε δουν, -τολμώ να πω ότι σε προσέχει σαν μάνα- είναι το κατοικίδιο που χαϊδεύεις στο μπαλκόνι τα ζεστά απογεύματα του Ιουλίου ενώ στο δρόμο δραματοποιείται το παιχνίδι του χειμώνα, τα βράδια συζητά με τον χρόνο κι αυτός από γεννησιμιού πολυλογάς και ξεχασιάρης, παραμελεί την ώρα (που ούτε ένα δευτερόλεπτο δεν κάνει χωρίς αυτόν) και κοντοστέκεται η πεισματάρα στην ίδια θέση, όσες βόλτες κι αν κάνεις στο σαλόνι, όσους αναστεναγμούς κι αν αθροίζεις μέχρι να έρθει πάλι και να σε κοιμίσει στην φριχτή αγκαλιά της, ώσπου να γεράσεις και  να κλείσεις τα μάτια, θα κρατά τα κλειδιά της ζωής σου στον ανεμοδείκτη της καθημερινότητας. 

(από την ποιητική συλλογή "ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ" Εκδόσεις Χαραμάδα 2011