Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΒΕΡΑ


Ο,τι κι αν φόρεσα
φαινόμουνα γυμνός,
ο,τι κι αν σκέπασα
φαινόταν άδειο,
από κρατήρες ηφαιστείων τρυπημένο το πάτωμα,
το χαρτί τουαλέτας κόκκινο,
οι τοίχοι φρεσκοβαμμένοι,
μόλις μετά βίας διαβάζω τα σβησμένα συνθήματα,
τα ρούχα μου έχουν χρόνια να σιδερωθούν,
το σαλόνι μικραίνει επικίνδυνα,
τα λουλούδια μαραίνονται στον ήλιο,
που πήγε η μυρωδιά τους;
Είναι ένα παιχνίδι που όλο χάνω
μα συνεχίζω με χαμόγελο να πάιζω,
καμμία κίνηση μου δεν είναι σωστή ,
λάθος ρυθμός σε λάθος τραγούδι,
εδώ είναι η χώρα του κιτρινισμένου αντίχειρα.
Ποιός κάνει οτοστόπ την νύχτα
και χαλάει το πάρτυ στην εθνική οδό;
Που γεννήθηκα ,
που μεγάλωσα,
που βρήκα το πρώτο τσιγάρο να καπνίσω,
που βρίσκω κάθε μέρα το κουράγιο να ξυπνάω,
ποιός αντιγράφει τη ζωή
η τέχνη ή το όνειρο;
Ηλεκτρικός φούρνος κοιμίζει τους νοικοκυραίους,
μα ήλπιζα πώς σε ένα ακατοίκητο σπίτι
η μεσοτοιχία θα σκεπάζει τις κραυγές των κοριτσιών,
τις ονειρώξεις των αγορίων
και το γρονθοκόπημα των παντρεμένων,
τριγύρω όλα τρέχουν
ή μήπως έγω έχω καιρό να κινηθώ;
Χίλια τραγούδια να σας πω
για την πεθαμένη μου αγάπη
ο ήλιος πάλι από την ανατολή θα ανατείλει,
εκατό φορές να σκοτωθώ
στο χώμα σκουλήκια θα χορεύουν,
πως να πετάξω αν δεν κόψω τα φτερά της ελπίδας,
την μητέρα μου,
τον πατέρα μου,
αν δεν πυροβολήσω στο μέτωπο;
Ακτινογραφώ τις λέξεις,
ψέμματα όλα,
ουτε αίμα,
ούτε δάκρυ,
μήτε φόνος,
ούτε φόβος,
μονάχα η χαμένη βέρα της μητέρας μου,
που όλοι νομίζαμε πως χάθηκε εκείνο το πρωινό
στην θάλασσα της Νεας Κίου,
αποκαλύπτεται ξαφνικά,
και την ακούω πάλι από την αρχή
να χτυπάει το τζάμι του αυτοκινητου του πατέρα μου
για να καθαρίσει τα μεθυσμένα χνώτα από το τζάμι,
την ακούω να σπάει το γυαλί από το τραπέζι ,
την βλέπω να μου ματώνει τα πόδια μου,
την ονειρεύομαι να κάθεται όλο χάρη,
σε κάποιου κοσμητοπωλείου την βιτρίνα
και να ελπίζει κάποια μέρα να γίνει ο δέσμιος
ενός πετυχημένου γάμου.

Ο χτύπος του άδειου κορμιού στο στρώμα
είναι η μόνη μελωδία που θυμάμαι.





Δεν υπάρχουν σχόλια: