Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Π

Τι έχεις και δεν τραγουδάς
κι είναι ο βήχας σου βαρύς και ασταμάτητος;
Είναι ο καπνός που μ' ενοχλεί
και το κορίτσι που κρύβεται μέσα μου
εκδικείται μια παλιά αρρώστια,
τίμιο ξύλο καίει τα σωθικά μου,
και ξεσηκώνω φίλους και εχθρούς
όπως τότε,
όταν στην κολυμπήθρα ξεγέλασα  ιερείς ,
λαμπάδες κι αγιαστούρες,
τους θείους που δεν γνώρισα ποτέ ξεγέλασα
τον περαστικό που κερί άναβε
για την μάνα που δεν γνώρισε,
την εικόνα που θαύματα έκανε
και νόμιζε πώς άγια θα την πούν
πως χέρι Θεού ή μαστίγιο Παρθένας
κρατούσε στην γυάλινη και μολυσμένη από ικεσίες
βιτρίνα της
"δολλάρια από τα δόντια της Αμερικής θα κοιμηθουν
στο στέρνο μου" έλεγε στην άβυσσο ,
 και όταν φωνάξαν τ' όνομά μου
έβηξα τρείς φορές κανείς να μην τ' ακούσει,
σαν την πληγή στο γόνατο,
σαν σταφύλι απάτητο στον αμπελώνα
αρχές της αιωνιότητας -ζεστές μέρες-
έτρεχα στα πηγάδια του κήπου,
κλείδωνα τις κραυγές μου σ' ένα ζυμάρι κραυγές,
ύστερα παντρέυτηκα μυστικά τον αδερφό μου,
αγέννητος ακόμη
με καλούσε να παίξουμε κλέφτες κι αστυνόμους
τον γιατρό ή το χαλασμένο τηλέφωνο,
αθλοπαιδιές,
 για να πιστεύουν οι γείτονες
πως οι γονείς μου γυμνάζονται τα πρωινά
κι όταν ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού,
η ώρα που λέν πως το ψέμα αλλάζει μάσκα,
έγινα ανάγλυφο
έγινα αρνητικό φωτογραφίας,
ψάχνω το φώς αλήθεια!
κι ας μιλάω λίγο παραπάνω,
άναρχος έιναι ο λογισμός μου,
δεν έχω φίλους,
η μάνα μου Κατερίνα με φωνάζει,
μα δεν ακούω,
οι πίθηκοι Κατερίνα με φωνάζουν
πάλι δεν ακούω ,
είμαι κρουστό ακούρδιστο,
μετανάστης στην Γερμανια είμαι,
ο δικός μου πόνος φαλτσάρει ,
χαιδεύω γάτες θηλυκές ,
χάνω την ψυχή μου την Ανάσταση,
την βρίσκω στο φλας της μηχανής μου,
πεινάω τώρα αφήστε με,
θα πώ τα κάλαντα στο Σύμπαν,
και στον Πυθαγόρα κλωτσιά στ ' αρχίδια θα δώσω,
μετράω ρε μαλάκα πρόβατα στον ύπνο μου
και βγάινει 3,14.
Π είναι  τ' ονομά μου.
.
Αυτό που κανείς δεν άκουσε
αυτό που κανείς δεν μέτρησε
αυτό που κανείς δεν σκέφτηκε
την ώρα που ο βήχας μου
τετραγώνιζε την κολυμπήθρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: