Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Στα όνειρά μου γίνομαι φονιάς
κλέβω τρένα ,
τυπώνω κάλπικα χαρτονομίσματα,
δίνω όνομα στις Α.Ε,
μαθαίνω μπουζούκι από τον Βαμβακάρη,
με χαστουκίζει ο Ρένος Αποστολίδης,
ο Σιδηρόπουλος ζεί,
ο Αγγελάκας είναι με τον Καρρά
και ψάχνουν όνομα για συγκρότημα,
τα μάγουλα των παιδιών κοκκινίζουν από τα χάδια,
ο γιατρός είναι άγνωστη λέξη
η δημοκρατία είναι μια σκέψη ,
δεν υπάρχουν Νόμπελ και τιμητικές εκδηλώσεις,
όλα τα κόμικς δεν είναι Μίκυ Μάους,
οι ταράτσες δεν έχουν κεραίες τηλεόρασης.

-Πηγαίνω στο μέλλον αλλά τυφλώνομαι από μια άγνωστη αιτία,
κι όταν επιστρέφω λέω ασυναρτησίες του τύπου:
"Κανείς δεν ζεί αιώνια εκτός αν είναι πλούσιος.-"

Στα όνειρα μου ,
τα παραμύθια τα λένε τα εγγόνια στις γιαγιάδες,
ο εφοριακός ξέρει απ' έξω όλους τους στίχους του Άσιμου,
ο Μακρής κάνει πανελλήνιο ρεκόρ στο άλμα εις ύψος
και πίνει γάλα στην ταράτσα του,
η μπύρα έχει περισσότερη βιταμίνη C από το πορτοκάλι,
τα φωτομοντέλα διαβάζουν Αριστοτέλη,
ο Μπετόβεν ακούει  τις μελωδίες του κόρνου στην Ενάτη Συμφωνία,
η Αφρική βοηθά οικονομικά  την Αμερική ,
δεν υπάρχει  Στάλιν
δεν υπάρχει Χίτλερ,
δεν υπάρχει Βελουχιώτης,
δεν υπάρχει Μεταξάς και Παπαδόπουλος,
δεν υπάρχει ο Μάρκος ,
δεν υπάρχει Τσε Γκεβάρα,
δεν υπάρχει Μακαρθυ,
δεν υπάρχει Πινοτσέτ ούτε Αλλιέντε.
Στα ονειρά μου,
ο θάνατος είναι παιδική αρρώστια
εκτός κι αν είσαι οπαδός θρησκείας,
ομάδας,
πολιτεύματος,
κόμματος,
φυλής,
χρώματος,
ή συνδικαλιστής.
Στα όνειρά μου
γίνομαι φονιάς,
σκοτώνω την θλίψη και το πρέπει,
τον ψυχαναγκασμό και την εργασία,
τους δικηγόρους και τους δικαστές σκοτώνω,
 κι όταν ξυπνάω μια Αγκάθα Κρίστι
με λυτρώνει στην τελευταία σελίδα της
και με αθωώνει.



Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Π

Τι έχεις και δεν τραγουδάς
κι είναι ο βήχας σου βαρύς και ασταμάτητος;
Είναι ο καπνός που μ' ενοχλεί
και το κορίτσι που κρύβεται μέσα μου
εκδικείται μια παλιά αρρώστια,
τίμιο ξύλο καίει τα σωθικά μου,
και ξεσηκώνω φίλους και εχθρούς
όπως τότε,
όταν στην κολυμπήθρα ξεγέλασα  ιερείς ,
λαμπάδες κι αγιαστούρες,
τους θείους που δεν γνώρισα ποτέ ξεγέλασα
τον περαστικό που κερί άναβε
για την μάνα που δεν γνώρισε,
την εικόνα που θαύματα έκανε
και νόμιζε πώς άγια θα την πούν
πως χέρι Θεού ή μαστίγιο Παρθένας
κρατούσε στην γυάλινη και μολυσμένη από ικεσίες
βιτρίνα της
"δολλάρια από τα δόντια της Αμερικής θα κοιμηθουν
στο στέρνο μου" έλεγε στην άβυσσο ,
 και όταν φωνάξαν τ' όνομά μου
έβηξα τρείς φορές κανείς να μην τ' ακούσει,
σαν την πληγή στο γόνατο,
σαν σταφύλι απάτητο στον αμπελώνα
αρχές της αιωνιότητας -ζεστές μέρες-
έτρεχα στα πηγάδια του κήπου,
κλείδωνα τις κραυγές μου σ' ένα ζυμάρι κραυγές,
ύστερα παντρέυτηκα μυστικά τον αδερφό μου,
αγέννητος ακόμη
με καλούσε να παίξουμε κλέφτες κι αστυνόμους
τον γιατρό ή το χαλασμένο τηλέφωνο,
αθλοπαιδιές,
 για να πιστεύουν οι γείτονες
πως οι γονείς μου γυμνάζονται τα πρωινά
κι όταν ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού,
η ώρα που λέν πως το ψέμα αλλάζει μάσκα,
έγινα ανάγλυφο
έγινα αρνητικό φωτογραφίας,
ψάχνω το φώς αλήθεια!
κι ας μιλάω λίγο παραπάνω,
άναρχος έιναι ο λογισμός μου,
δεν έχω φίλους,
η μάνα μου Κατερίνα με φωνάζει,
μα δεν ακούω,
οι πίθηκοι Κατερίνα με φωνάζουν
πάλι δεν ακούω ,
είμαι κρουστό ακούρδιστο,
μετανάστης στην Γερμανια είμαι,
ο δικός μου πόνος φαλτσάρει ,
χαιδεύω γάτες θηλυκές ,
χάνω την ψυχή μου την Ανάσταση,
την βρίσκω στο φλας της μηχανής μου,
πεινάω τώρα αφήστε με,
θα πώ τα κάλαντα στο Σύμπαν,
και στον Πυθαγόρα κλωτσιά στ ' αρχίδια θα δώσω,
μετράω ρε μαλάκα πρόβατα στον ύπνο μου
και βγάινει 3,14.
Π είναι  τ' ονομά μου.
.
Αυτό που κανείς δεν άκουσε
αυτό που κανείς δεν μέτρησε
αυτό που κανείς δεν σκέφτηκε
την ώρα που ο βήχας μου
τετραγώνιζε την κολυμπήθρα.